Η γιαγιά Μάνια αποφάσισε να φύγει από τη ζωή.

Ήταν Παρασκευή, ώρα μεσημεριού, κι αφού έφαγε λίγο χυλό από κεχρί και τον κατέβασε με γάλα, σκούπισε το στόμα της με την ποδιά της, κοίταξε από το τζάμι του κουζινικού παραθύρου κάπου μακριά και είπε με φωνή καθημερινή, χωρίς καμιά χροιά:

— Βάλια! Μεθαύριο θα πεθάνω, την Κυριακή, λίγο πριν από τη λειτουργία.

Η κόρη της, η Βαλεντίνα, την ώρα που τακτοποιούσε τις κατσαρόλες πάνω στη σόμπα, πάγωσε για μια στιγμή, έπειτα γύρισε απότομα όλο της το σώμα προς τη μάνα της και κάθισε στο σκαμνί, κρατώντας στο χέρι το πανί.

— Μα τι είναι αυτά που σκέφτηκες;

— Ήρθε πια το τέλος, όλα τελειώσανε, έζησα, αρκετά.

Θα με βοηθήσεις να πλυθώ, να βγάλεις τα καινούργια ρούχα από τον σάκο που ’χω φυλαγμένο για τον θάνατό μου.

Ανακαλύψτε και άλλα
Οικογενειακά παιχνίδια
Ε, αυτά θα τα κουβεντιάσουμε μετά· ποιος θα με θάψει, ποιος θα σκάψει τον τάφο μου, έχουμε ακόμα καιρό.

— Δηλαδή, πρέπει να ειδοποιήσω όλους, για να προλάβουν να έρθουν να σε αποχαιρετήσουν;

— Ναι, ναι, οπωσδήποτε να τους πεις, θα τους μιλήσω κι εγώ.

— Θέλεις να τα εξομολογηθείς όλα πριν φύγεις; Σωστά, έτσι πρέπει να μάθουν.

Η γερόντισσα έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι και στηριζόμενη στο χέρι της κόρης της περπάτησε με μικρά βήματα προς το κρεβάτι της.

Ήταν μικρόσωμη, αδύνατη, με προσωπάκι σαν ξεροψημένο μήλο, γεμάτο ρυτίδες, μα τα μάτια της ζωντανά, λαμπερά.

Τα μαλλιά της λιγοστά, γκρίζα, χτενισμένα ίσια, μαζεμένα σε κότσο στο σβέρκο, στερεωμένα με ένα χτενάκι και καλυμμένα με ένα λευκό βαμβακερό μαντίλι.

Αν και είχε καιρό να ασχοληθεί με τις δουλειές του σπιτιού, φορούσε ακόμα την ποδιά από συνήθεια και ακουμπούσε πάνω της τα κουρασμένα της χέρια, με τις φαρδιές παλάμες και τα κοντά, χοντρά δάχτυλα, σαν να τα είχε πλατύνει πλάστης.

Είχε μπει στο ογδοηκοστό ένατο έτος της.

Και να που αποφάσισε να πεθάνει.

— Μάνα! Θα πάω στο ταχυδρομείο να στείλω τηλεγραφήματα, εντάξει;

— Καλά, καλά, πήγαινε με τον Θεό.

Μόνη της πια, η γιαγιά Μάνια βυθίστηκε σε σκέψεις.

Το μυαλό της γύρισε πίσω, στα χρόνια της νιότης.

Να που κάθεται με τον Στέπαν κοντά στο ποτάμι, μασάει ένα χορταράκι κι εκείνος της χαμογελά τρυφερά.

Καθόταν κι η μάνα της πουθενά.

Περίμενα μαζί της δυο ώρες, αλλά κανείς δεν ήρθε.

Ρώτησα εδώ κι εκεί, κανείς δεν ήξερε.

Τα μαγουλάκια της είχαν παγώσει, άσπρισαν.

Ρώτησα τ’ όνομά της, έκλαιγε σιωπηλή.

Αργότερα έμαθα: Τόνια την έλεγαν.

Καλό κορίτσι, γλυκό.

Κι ύστερα, το ’43, έφεραν με φορτηγό στο χωριό παιδάκια.

Έλεγαν πως οι Γερμανοί βομβάρδισαν φάλαγγα, τα πήγαιναν στα μετόπισθεν.

— Ποιος θα τα πάρει; — φώναζε ο πρόεδρος. — Έμειναν καμιά εικοσαριά, στα άλλα χωριά τα μάζεψαν. Λυπηθείτε τα ορφανά!

Μα ποιος να τα πάρει, αφού ούτε τα δικά μας δεν είχαμε να ταΐσουμε;

Κοιτάζω: δυο ίδια παιδάκια, δίδυμα δυο-τριών χρονών, σφιχταγκαλιασμένα, με μάτια τεράστια, να κλαίνε.

Λέω στον πρόεδρο:

— Γράψ’ τα σε μένα, ο Βασίλης κι ο Μιχάλης θα ’ναι δικά μου, θα τα καταφέρουμε.

Έτσι κι έγινε.

Αδερφικά παιδιά, πάντα μαζί.

Μετά από λίγη σιωπή, παίρνοντας ανάσα, συνέχισε η γιαγιά Μάνια:

— Και την Νατάσα την πήρα από τη μεθυσμένη μάνα της.

Την είχε ρημάξει το πιοτό, γιατί ο άντρας της σκοτώθηκε.

Σύρθηκε από καπηλειό σε καπηλειό και το κοριτσάκι το κουβαλούσε μαζί της.

Όταν πήρα εγώ την μικρή, εκείνη εξαφανίστηκε.

Λέγανε πως κατέληξε να πεθάνει από το ποτό.

Η μικρή είχε υποφέρει, δεν άνοιγε εύκολα η ψυχούλα της, μα ο χρόνος όλα τα γιατρεύει.

Στο δωμάτιο επικράτησε σιγαλιά.

Τα παιδιά κοίταζαν το ένα τ’ άλλο, μην ξέροντας τι να πουν.

— Φτάνει, πηγαίνετε, κουράστηκα, θα ξαπλώσω λίγο, — έκλεισε τη συζήτηση η γιαγιά Μάνια.

— Μαμά, πώς γίνεται; Δεν ξέραμε τίποτα! — αναφώνησαν όλα μαζί.

— Πηγαίνετε τώρα, πηγαίνετε, — επέμενε εκείνη.

Έμοιαζε σαν να ντρεπόταν να ακούσει λόγια ευγνωμοσύνης από τα παιδιά, σαν να απέφευγε τις ερωτήσεις τους.

Όλοι βγήκαν στην κουζίνα, συζητούσαν όσα άκουσαν, μοιράζονταν εντυπώσεις, θυμούνταν ξεχασμένα πράγματα, λεπτομέρειες που επανήλθαν στη μνήμη.

Δεν αισθάνονταν ξένοι, το αντίθετο — ζεστασιά και θαλπωρή κυριαρχούσε στο σπίτι, τα παιδικά τους χρόνια φαίνονταν ευτυχισμένα.

Κι αν προέκυπταν απορίες στη ζωή, η μάνα πάντα τις έκοβε με τα λόγια:

— Όλα δικά μου παιδιά, σαν ένα. Μην μου ζαλίζετε το κεφάλι, ασχοληθείτε με τη δουλειά.

Η Βαλεντίνα μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο της μάνας, για να της στρώσει καλύτερα το πάπλωμα.

Εκείνη ήταν ξαπλωμένη, με τα μάτια ορθάνοιχτα να κοιτούν το ταβάνι, κι ένα γαλήνιο, ευτυχισμένο χαμόγελο παγωμένο στο πρόσωπό της.

Είχε φύγει.

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *