Ένας μεσήλικας, ταξιδεύοντας με τρένο, αφηγείται σε έναν νεαρό την ιστορία της ζωής του. Ήταν ευτυχισμένος με τη σύζυγό του Λιούμπα και τα παιδιά τους, ώσπου γνώρισε τη Βασιλίνα, κόρη μιας γυναίκας που ασχολούνταν με μαγεία. Η μητέρα της, με υποσχέσεις και “μαντεία”, του είπε πως δεν είχε πια οικογένεια και τον τράβηξε στο σπίτι τους. Από τότε η ζωή του άλλαξε – έφυγε από τη Λιούμπα, ενώ μέσα του άλλοτε υπήρχε πάθος για τη Βασιλίνα κι άλλοτε μίσος.
Η συμβίωση με τη Βασιλίνα δεν έφερε χαρά· οι χωριανοί την απέφευγαν και η πεθερά του φημιζόταν για ξόρκια, φίλτρα και “δεσίματα”. Εκείνος ζούσε σαν σε όνειρο, αποξενωμένος από όλους, με την ψυχή του βαριά. Η Λιούμπα, παρότι πληγωμένη, δεν τον καταράστηκε και συνέχισε τη ζωή της στην πόλη. Χρόνια αργότερα, η πεθερά πέθανε δύσκολα και η Βασιλίνα παραδέχτηκε πριν πεθάνει πως με τη μητέρα της τον απομάκρυναν επίτηδες από την οικογένεια.
Μετά τον θάνατό της, ένιωσε λες και λύθηκαν τα δεσμά του. Πούλησε το σπίτι και πήγε να βρει τη Λιούμπα, ζητώντας συγχώρεση. Εκείνη, με δάκρυα, τον αγκάλιασε λέγοντας πως τον περίμενε χρόνια. Γύρισαν μαζί στο χωριό τους και έζησαν δέκα χρόνια γεμάτα αγάπη και γαλήνη, πλαισιωμένοι από παιδιά και εγγόνια.
Ο άντρας κατέληξε πως η αληθινή αγάπη και η συγχώρεση είναι δώρα Θεού· μόνο όποιος έχει αγαπήσει πραγματικά, είπε, έχει νιώσει τον Θεό στην καρδιά του.

