Η μητέρα της μικρής Nastya δεν μεταφέρθηκε καν εγκαίρως στο νοσοκομείο: πέθανε μέσα στο ασθενοφόρο. Το κορίτσι έμεινε μόνο του με τον πατέρα του, ο οποίος, μετά τη γέννηση της κόρης του, δεν είχε λάβει καν μέρος στην ανατροφή της για τρία χρόνια της ζωής της. Συνειδητοποιώντας ότι η Nastya θα του ήταν βάρος, αποφάσισε να αφήσει την κόρη του στους γονείς της νεκρής συζύγου του. Άφησε κυριολεκτικά την κόρη του στην πύλη της πεθεράς και του πεθερού του.
Απλώς γέμισε μερικές σακούλες με τα ρούχα και τα παιχνίδια των παιδιών της Νάστια, την έβαλε στο αυτοκίνητο και στη συνέχεια τους άφησε. Οι γονείς της νεκρής γυναίκας δεν πρόλαβαν καν να βγουν από το σπίτι. Ο άνδρας ξεφόρτωσε αμέσως τις σακούλες από το αυτοκίνητο, έκλεισε την πόρτα και έφυγε χωρίς να πει τίποτα.
Οι παππούδες και οι γιαγιάδες σοκαρίστηκαν από την κατάσταση. Ήταν δύσκολο γι’ αυτούς με ένα μικρό παιδί, αλλά παρόλα αυτά, έβαλαν την καρδιά και την ψυχή τους στη Νάστια. Η Νάστια τους αγαπούσε κι αυτούς.
Ήταν πολύ δεμένη μαζί τους. Της άρεσε να φροντίζει τον κήπο, να μαθαίνει να μαγειρεύει με τη γιαγιά της και ερωτεύτηκε την αγροτική ζωή. Όταν η Νάστια πήγε στο σχολείο και έμαθε να διαβάζει, ξύπνησε το πάθος της για τα βιβλία. Αρίστευσε στο σχολείο και οι δάσκαλοί της συμβούλευσαν τους ηλικιωμένους να βοηθήσουν την εγγονή τους να αποφασίσει για τη μελλοντική της εκπαίδευση.
Εισήχθη στο πανεπιστήμιο χάρη στο χρυσό μετάλλιο που έλαβε στο σχολείο. Επέλεξε να σπουδάσει γεωργικά οικονομικά. Αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο και αρνήθηκε την πρόταση να εισαχθεί σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα.
Η Νάστια επέστρεψε στο χωριό των παππούδων της, κοίταξε τριγύρω και στη συνέχεια πήρε δάνειο για να χτίσει ένα αγρόκτημα και ένα χοιροστάσιο. Στη συνέχεια άρχισε να εργάζεται σκληρά για την ανοικοδόμηση των υποδομών του χωριού. Πήγε στο τοπικό κέντρο απασχόλησης για να βρει εργάτες.
Η ομάδα περιελάμβανε έναν σοβατζή που δούλευε πολύ καλά. Δεν τον ενδιέφερε καν ο μισθός. Και τότε ο άνδρας ζήτησε ακόμη και να πληρωθεί το ελάχιστο ποσό μόνο για φαγητό.
Όταν η Νάστια έμαθε γι’ αυτόν τον παράξενο εργάτη, αποφάσισε να τον συναντήσει και να του μιλήσει. Ήθελε να μάθει τον λόγο για τη συμπεριφορά του. Ο άνδρας άρχισε να κλαίει ενώ της μιλούσε και ζήτησε συγγνώμη.
Της είπε ότι λυπάται πολύ, την αποκάλεσε κόρη του και της ζήτησε να μην τον διώξει. Το βράδυ, η Νάστια είπε στους παππούδες της τι είχε συμβεί εκείνη την ημέρα. Αφού τους τα είπε, η γιαγιά της κούνησε λυπημένη το κεφάλι της και της είπε να συγχωρήσει τον ανόητο.
